Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2009

αυγουστιάτικα μακαρόνια

Λοιπόν,πάρε μακαρόνια,φρέσκες ντομάτες,σκόρδο,κρεμμύδι και βασιλικό.

Βάλε το 1/4 του πακέτου μακαρόνια να βράσουν.

Τρίψε τις ντοματούλες και στο ζουμάκι ρίξε λίγο αλάτι,λίγο πιπέρι και λίγη ζάχαρη γιατί οι ντομάτες όταν μαγειρεύονται ξινίζουν.

Βάλε λίγο λάδι σε ενα κατσαρολάκι και σωτάρισε το κρεμμύδι και το σκόρδο,αλλά το σκόρδο ρίξτο τελευταίο γιατί καίγεται γρήγορα,μέχρι να χρυσίσουν.

Ρίξε και το ζουμάκι της ντομάτας στο κατσαρολάκι και άστα για ενα λεπτό να βράσουν σε δυνατή φωτιά.Μετά χαμήλωσε τη θερμοκρασία κι άσε τη σάλτσα να σιγοβράσει μέχρι να πήξει.Προς το τέλος,ρίξε και λίγα φυλλαράκια βασιλικό.Όχι από την αρχή γιατι ο βασιλικός πικρίζει.

Στράγγιξε τα μακαρόνια και ρίξτα στο κατσαρολάκι με τη σάλτσα και ανακάτεψέ τα καλά.

Τρίψε και λίγο πεκορίνο ή παρμεζάνα ή γραβιέρα ή ο,τι θες και καλή όρεξη μωρό μου.

Και μετά πάρε το καράβι κι έλα, δεν τον αντέχω τον Αύγουστο μακριά σου.

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

Μεσημέρια

Η μελαγχολία κρύβεται πίσω από ιδρωμένα,ζεστά μεσημέρια όταν όλοι κοιμούνται.
Στις κουρτίνες που ανεμίζουν και τις κοιτάς μέχρι που ζαλίζεσαι.
Στη μυρωδιά του καναπέ εκεί που ενώνεται το κάθισμα με την πλάτη,σ'εκείνη τη χαραμάδα με τη σκόνη.Σε όποιο καναπέ κι αν ξάπλωσα πάντα η ίδια μυρωδιά.
Σαν εκείνο το μεσημέρι που θα'μουν πέντε χρονών,μπορεί και μικρότερη, και τριγυρνούσα μες το σπίτι προσπαθώντας τόσο πολύ,τόσο τόσο πολύ να κοιμηθώ ξαπλώνοντας από τον ενα καναπέ στον άλλο.Κι η μυρωδιά της ασφυξίας και οι σκελετοί μ'ακολουθούσαν.Τότε δεν είχα κρεββάτι.Τότε ήταν που χάθηκα στο δρόμο για το σπίτι και πέρασα μια αιωνιότητα θρηνώντας μόνη μου σ'ενα στενοσόκακο.Τότε έτρωγα κουκουρούκου κι όταν έδειχνε στην τηλεόραση ανθρώπους να φιλιούνται κρυβόμουν κάτω απ'το τραπέζι της κουζίνας απ'τη ντροπή μου.Αλλά σήκωνα λίγο και το πράσινο μάλλινο τραπεζομάντιλο να κλέψω καμμιά εικόνα απ'το φιλί.
Τότε η αδερφή μου ήταν μωρό και χάιδευα τη μικρή της πλάτη ενώ εκείνη μου τραβούσε τα μαλλιά.Και, πριν απ'αυτό, η μαμά μου ήταν έγκυος κι εγώ ξάπλωνα πάνω στην κοιλιά της κι όταν μου έλεγε " μη με πιέζεις Ν." ζήλευα.Κι έμπαινα γρήγορα κάτω απ'το τραπέζι για να κλάψω και να μη με δει κανείς.Απ'τη ντροπή μου, γιατί τα καλά κοριτσάκια δεν κλαίνε.Ούτε όταν νοιώθουν μόνα τους,ούτε όταν νοιώθουν απόρριψη.Και στο πράσινο τραπεζομάντιλο σκούπιζα τα μάτια μου.Κι έμενα εκεί,μέχρι να με παρηγορήσει κάποιος.Και κάθε φορά,πίστευα οτι θα μ'αφήσουν κάτω απ'το τραπέζι για πάντα.
Τότε ο μπαμπάς μου είχε φέρει μια μέρα τον Ζακού.Που τον φοβόμουν και λίγο κι ας ήταν μικρός κι όταν τον έπαιρνα μαζί μου στην πλατεΐτσα μπροστά απ'το σπίτι του έλεγα ότι είναι ο καλύτερός μου φίλος για να μη με δαγκώσει.Το σκυλάκι μου.Ο μοναδικός μου φίλος.Που τον φοβόμουν και λίγο.
Τότε,ενα ζεστό μεσημέρι που όλοι κοιμόντουσαν κι εμένα δε με έπαιρνε ο ύπνος όσο κι αν προσπαθούσα,έσπασα μια γλάστρα της μαμάς που είχε ζωγραφισμένα λουλούδια πάνω.Και πέρασα,πρέπει να ήταν ολόκληρο το απόγευμα,σκεφτόμενη πώς να κάνω μαγικά και να εμφανιστεί απ'το πουθενά μια ίδια γλάστρα για να μη μου θυμώσει κι αγαπήσει το μωρό πιο πολύ από μένα.
Και πριν απ΄αυτό όταν τα μεσημέρια είχαν κρυώσει και ήταν μόνο βράδυ με βροχή, καθόμουν στην αγκαλιά της γιαγιάς μου που πέθανε μέσα στο αυτοκίνητο κι ο μπαμπάς μας πήγαινε στο νοσοκομείο να δούμε την αδερφη μου που γεννήθηκε, μα εγώ κοίταζα τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι και τους υαλοκαθαριστήρες να παίζουν κηνυγητό μαζί τους.
Δε θυμάμαι τη μαμά μου,ούτε την αδερφή μου,ούτε γιατί ήταν βράδυ ενώ τώρα ξέρω οτι ήταν πρωί.Η αδερφή μου γεννήθηκε πρωί.Θυμάμαι μόνο τη σκοτεινιά και τις σταγόνες της βροχής στο παρμπρίζ.Και τα μεγάλα σκαλιά του νοσοκομείου.Τα θυμάμαι κι εκείνα.Και το ζεστό χέρι της γιαγιάς.Και ήμουν τριών χρονών και δυο μηνών και δώδεκα ημερών.Και είχα σγουρά ξανθά μαλλιά και μεγάλα μάτια και άσπρο γούνινο παλτό με κουκούλα και κίτρινη φόδρα.Και τα θυμάμαι όλα.Ποτισμένα με τη μυρωδιά σκόνης στη γωνία του καναπέ.Και βροχή.Και μπέικον όταν το τρως για πρώτη φορά στη ζωή σου και μετά η μαμά το βάζει μέσα στο ψυγείο ψηλά εκεί που δεν φτάνεις.
Και τη μοναξιά αυτού που όταν το μεσημέρι όλοι κοιμούνται μένει μόνος.Κουρασμένος κι ιδρωμένος.Κι εντελώς ξύπνιος.

Καμμιά φορά νομίζω οτι ποτέ δε μεγάλωσα.Οτι είμαι ακόμα μια πεντάχρονη μικρή σε σώμα γυναίκας που ακόμα κρύβεται κάτω από το τραπέζι.Μέχρι να έρθει κάποιος να με παρηγορήσει.
Και να σκουπίσει τη σκόνη μου.
Powered By Blogger