Βαριέμαι τρομερά σήμερα. Κοιμήθηκα δυο φορές από την ώρα που ξύπνησα-οχι και πολύ νωρίς το πρωί-μήπως περάσει η μέρα πιο γρήγορα και όντως πέρασε αλλά εξακολουθώ να βαριέμαι και τώρα πια χασμουριέμαι σαν τρελή αφού είμαι μισοκοιμισμένη όλη μέρα. Πριν λίγο χάζευα στο facebook το οποίο δεν πολυχρησιμοποιώ και λέω να το διαγράψω εδώ και ενα χρόνο αλλα όποτε πάω να το κάνω όλο και κάποια βλακεία ανακαλύπτω να κάνω,όπως για παράδειγμα να κάνω το τεστ για να βρω τι λουλούδι/ζώο/άνθρωπος ήμουν στην προηγούμενή μου ζωή κι έτσι το αναβάλλω συνεχώς μέχρι να με πιάσει μια από αυτές τις κρίσεις που με πιάνουν συχνά και με κάνουν ας πούμε να κόβω τα μαλλιά μου μόνη μου χωρίς καθρέφτη και να κατεβαίνω κάτω στην είσοδο της πολυκατοικίας που έχει μεγάλο καθρέφτη για να δω τι έκανα,χωρίς ανάσα αυτή η παράγραφος και χωρίς σύνταξη επίσης,μέχρι να με πιάσει μια τέτοια κρίση λοιπόν και το διαγράψω. Χάζευα λοιπόν τις "σελίδες" στο facebook,που, για όποιον δεν ξέρει είναι κάτι σελίδες που πας και υποστηρίζεις μια βλακεία.Ας πούμε μπορείς να υποστηρίξεις/θαυμάσεις τα γκούμι μπερς(τα ζελεδάκια αρκουδάκια) ή/και τον κώλο της Εύα Μέντεζ(ποια είναι αυτή δεν ξέρω, αλλά, υποτίθεται ότι είναι διάσημη). Εγώ μπήκα να υποστηρίξω τη Nutella γιατί πολύ την αγαπάω και με έχει βοηθήσει σε πολύ δύσκολες στιγμές και το αξίζει και μετά άρχισα να ανακαλύπτω κι άλλα πράγματα να υποστηρίξω και το έκανα,έγινα θαυμάστρια/υποστηρίκτρια σε διάφορες σοκολάτες,σε κάτι άλλα που δε θυμάμαι γιατί νύσταζα μέχρι που έφτασα στο καπέλο/φιόγκο της Aretha Franklin, η οποία παρεπιπτόντως είναι φτυστή η θεία μου η Ουρανία που έχω το περπάτημά της λέει η μάνα μου,μόνο τον κώλο της να μην πάρω,κι εκεί σταμάτησα γιατί εξακολουθούσα να βαριέμαι και να χασμουριέμαι και σάλια έπεσαν στο πληκτρολόγιό μου. Περίμενα κάτι σημαντικά επαγγελματικά τηλεφωνήματα επίσης σήμερα. ΧΑΧΑΧΑ!! not! Ήθελα να δω πως είναι να γράφεις κάτι τέτοιο και να νοιώθεις σαν άνθρωπος που δουλεύει.Άκουσα γέλια μέσα στο κεφάλι μου.Οχι από αυτά τα δυνατά που είναι μικρά ξεσπάσματα χαράς,απ΄τα άλλα,του πανηλίθιου που καταστρώνει πανηλίθιο σατανικό σχέδιο.Παρεπιπτόντως,τώρα που είπα σατανικά γέλια,χθες το βράδυ άκουσα το πιο φρικτά γελοίο τέτοιο γέλιο σε μια ταινιάρα που λεγόταν "Οχτάποδα φρικιά" κι είχε κάτι αράχνες σε μέγεθος αυτοκινήτου που έβγαζαν κάτι ήχους σαν πουλιά του Αμαζονίου.Πολύ τρομακτική.Τον τελευταίο καιρό τέτοιες ποιοτικές ταινίες βλέπω κι έχει ανέβει το επίπεδό μου σε δυσθεώρητα ύψη. Επίσης έχω χάσει τη φαντασία μου,σε όλα σχεδόν τα πράγματα των οποίων η δημιουργία είναι στο χέρι μου.Αν για παράδειγμα δε μαγειρέψω πατάτες,θα μαγειρέψω μακαρόνια.Αυτά τα δυο.Μόνο.Σαν να έχουν εξαφανιστεί όλα τα άλλα φαγητά και για κάποιο λόγο όταν στίβω το κεφάλι μου να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσα να μαγειρέψω εκτός από πατάτες ή/και μακαρόνια σκέφτομαι λαχανοντολμάδες,τους οποίους ούτε τρώω κι ούτε ξέρω να φτιάχνω.Εδώ κάποιος συμβολισμός πρέπει να υπάρχει αλλά μου διαφεύγει.Τουλάχιστον ξέρω πολλές συνταγές για μακαρόνια και πατάτες... Έχω συνειδητοποιήσει ότι το "τουλάχιστον" το χρησιμοποιώ πολύ συχνά τώρα τελευταία.Κάτι θα σημαίνει κι αυτό. Να θυμηθώ να σκεφτώ πάνω σ'αυτό και μετά,πολύ βολικά, να το ξεχάσω. Επίσης έχω συνειδητοποιήσει ότι πάντα,πάντα όμως όταν περιέρχομαι σε μια τέτοια "σκατοφάση" που είμαι "κάπως", "δεν πάω καλά", "στροφάρω ανάποδα ή και καθόλου" και για να με περιγράψω χρησιμοποιώ τους προαναφερθέντες επίσημους και σαφείς επιστημονικούς όρους,μου λέω ότι θέλω χαστούκια για να συνέλθω αλλά τελικά σήμερα αποφάσισα ότι δεν είναι αυτό που χρειάζομαι.Μάλλον πρέπει να με πάρουν απ'το χεράκι και βήμα-βήμα να με πάνε εκεί που θα'πρεπε κανονικά να είμαι αλλά δεν είμαι επειδή χάθηκα και κάπου στη διαδρομή να ακούω μια οικεία φωνή(της μάνας μου) να μου λέει "πες γεια στον κύριο" ενώ είμαι 18 χρονών και με κάνει ρόμπα στον κύριο,άσχετο τώρα αυτό αλλά συνειρμικά μου ήρθε,όποτε σκέφτομαι χεράκι χεράκι και καθοδήγηση μέχρι αηδίας τη μάνα μου σκέφτομαι η οποία κατάφερε να με κάνει ίδια με κείνη ή εγώ το κατάφερα από μόνη μου στην προσπάθεια να κάνω το αντίθετο και πλέον δεν έχουμε τι να πούμε στο τηλέφωνο πέρα από γκρίνιες και ενοχικές υπενθυμίσεις υποχρεώσεων.Ας είναι.Τουλάχιστον,πάλι τουλάχιστον,μιλάμε. Ήθελα να πω κι άλλα που βλέπω στο facebook και στην τηλεόραση και στο δρόμο αλλά τώρα που έγραψα άλλα δεν κολλάνε πια.Μια παρατήρηση θα κάνω και θα σκάσω.Γιατί τα τελευταία χρόνια όλα τα παιδάκια σχεδόν από 14-15 χρονών και πάνω, ειδικά τα κορίτσια, κάνουν σαν πουτανάκια; δεν καταλαβαίνω.Ντύνομαι στα 25 μου πιο "αθώα" από κοριτσάκια που τα περνάω 10 χρόνια.Και σ'αυτές τις ηλικίες,τα 10 χρόνια είναι πολλά,είναι χρόνια σημαντικά,άλλο να είναι κάποιος 60 κι ο άλλος 70 κι άλλο 15 με 25.Τι εξομοίωση είναι αυτή; Γιατί γίνονται όλες ξέκωλα ρε γαμώτο; μα δεν ντρέπονται; γονείς δεν έχουν; πού είναι το κράτος και τέτοια. Αλλά πιο πολύ,αισθητική δεν έχουν; καλά πού να έχουν,εδώ εξισώσεις με ενα άγνωστο δεν ξέρουν ακόμα θα ξέρουν κι από στυλ και αξιοπρέπεια; Αλλά γιατί να μην ξέρουν; Παιδιά είναι, δεν είναι χαζά. Από ποιόν θα τα μάθουν θα μου πεις που ζούμε στη χώρα του κιτς.Κιτς ρούχα,κιτς σπίτια,κιτς μυαλά.Που συναντάς εναν άνθρωπο όμορφο μέσα του και τον θεωρείς εξαίρεση κι είσαι και τυχερός που τον συνάντησες κιόλας. Τελος πάντων,εγώ ντρέπομαι για τα ξέκωλα,ντρέπομαι να τα βλέπω κι εκ μέρους τους και δεν είμαι καμιά θείτσα,εγώ σήκωνα τη μπλούζα μου για πλάκα στους οδηγούς στην Πειραιώς για να'χουν κάτι να λένε όταν θα πάνε σπίτια τους,για τη μεθυσμένη τρελή χθες το βράδυ που είδαν στο δρόμο.Η διαστρεβλωμένη άποψη μου για τα δώρα είναι αυτή,και μάλλον δεν είμαι και πολύ καλύτερη από τη δεκαπεντάχρονη που κλείνει τα 15 και μπαίνει στα 30, που τσιμπάει τα χείλια της για να πρηστούν ενώ κοιτά με μισο αδιάφοροκοιμισμένολάγνο βλέμμα προς την κάμερα του κινητού της και ρίχνει λίγο και την τιράντα απ'το σουτιέν για να είναι sexy-cool. Αλλά,οχι,μια διαφορά την έχουμε.Δεν ήμουν ποτέ 15 στο 2009.Κι έχω γίνει θείτσα.Να μάθω και τη συνταγή για τους λαχανοντολμάδες τώρα,να πηγαίνω και σε επίδειξη τάπερ για να με βρώ,εκεί ανάμεσα στα πλαστικά μπώλ και τα αυγολέμονα.Η αλλιώς,θα πάω στην Πειραιώς να κατασκηνώσω.
υγ.γαμώτο,τι γκρίνια και γλυκόπικρα μελό είναι αυτά που γράφω τώρα τελευταία;με βαρέθηκα.
Τα έχω παίξει εδώ και καιρό αλλά τώρα μου φαίνεται κιόλας. Έστω.
Αγαπώ τις γατούλες και οι γατούλες με αγαπάνε και μένα. Επίσης αγαπώ κι εσάς(οχι οσο τις γάτες,μην τρελαθούμε) που με ανέχεστε τόσο καιρό και με βλέπετε να τα παίζω σιγα-σιγά και δεν με δουλεύετε :))
Me: hi god God: Hello there. What is your name? Me: not important God: Oh I get it. Me: u get a lot of things huh? God: Yup. You got that right. Me: god, can u please give me a kitten? God: I am a Christian. Me: i want a kitten God: You want only one? Me: yes, i'm not a demanding person God: They might be cheaper in quantity. Oh I see you are NOT A demanding person. Me: i want one God: Why do you want it? Me: i love kittens God: You love kittens. What do you like about it so much? Me: their hiss God: I heard they have a good hiss. Me: you haven't heard it yourself? God: No. Tell me more. Me: u sound like grease God: Oh really what does it sound like? Me: music God: it is the universal language of all mankind. A good place to find out about new bands is bandspace.com. Me: are you into advertising god? God: Sure, advertising god sounds like a good topic. Me: tell me more God: That's all I have to say about it. Me: not into words so much huh? God: Yup. Really you don't think so? Me: you make no sence god God: Yup. Me: at least you admit to it God: I admit nothing. Me: i see God: I am glad you understand it. Me: i want a kitten God: You want only one? Me: yes already! God: Perhaps. They might be cheaper in quantity. Me: you know for a god,you are not that bright God: No, tell me about him, her or it. Me: i was talking about you God: it is my favorite subject :-). Me: ofcourse it is God: I look like Jesus, but older. Me: i look like my mother but younger God: your mother but younger is very attractive. Me: yes i know :) God: :-) What kind is it? How do you know it? Me: it's a kind of magic God: Me is a magic. I suppose that makes sense. Me: sure it does God: Blimey. How often? Me: every once in a while God: That is a generalization. Me: i was just being honest god God: I thought you were. But I wasn't completely sure about it. Me: nobody is pefrect God: That is a rather sweeping generalization about people. Me: i was talking about you God: it is my favorite subject :-). Me: i get it God: Do you think about these things? Me: i think about everything God: Since when? Oh yeah, we were talking about everything. Me: hey god God: Hello child. What's your name? Me: kleine wolke God: It's good to see you, kleine wolke. Me: i dont see you god God: Look harder. Me: into my screen? God: Do you have any conditions I should know about? Me: many God: More than one hundred? Me: not that many! God: I am surprised to hear that you are not many. Me: me too,what do ya know?
Εδώ,ο Θεός κουράστηκε και σταμάτησε να μου απαντάει. Δεν χάνω την πίστη μου όμως.Θα του ξαναμιλήσω αργότερα. Όποιος από σας θέλει να μετανοήσει ή να ζητήσει γατάκι εκ μέρους μου κλικ Αμήν.
Δεν είναι οτι φοβάμαι τη μοναξιά. Φοβάμαι,μήπως,δεν μπορώ χωρίς αυτή. Και στη σκέψη της πιθανότητας αυτής, η μακαρονάδα για δυο σημαίνει δεσμά κι οχι δεσμός.
Ειδικά, αν ξέρεις, εκ των προτέρων,ότι δε θα κάνεις σεξ με Τζακ Ντάνιελς μετά.
Θυμάσαι τα κέφια μου; εγώ αμυδρά.Έπεσα πάλι,δεν ξέρω τι να κάνω,λέω να κάνω για ακόμη μια φορά τις πιο φοβερές μου σκέψεις μου ποστ μήπως με παρηγορήσει κανείς κι αρχίσω μετά να νοιώθω σαν να παρακαλάω για αγάπη και προσοχή από αγνώστους πάλι,να νοιώθω ηλίθια κι ανάπηρη ψυχικά,η συννεφιά από προχθές μου έκατσε βαριά πάνω στο σβέρκο μου.Θέλω να έρθω στην Αθήνα,μόνη μου,να σε δω και να πάω σε όλα τα αγαπημένα μου μέρη και να προσποιηθώ οτι ποτέ δεν έφυγα. Θέλω να κλάψω τώρα που σου γράφω κι αυτό είναι πολύ καλό και πολύ ευπρόσδεκτο γιατί τόσες μέρες δεν ένοιωθα τίποτα.Ήμουν καλά γιατί δεν ένοιωθα τίποτα.Το ήξερα οτι κάτι παράξενο είχε η ησυχία του μυαλού μου.Είναι αυτή η ησυχία πριν την καταιγίδα που λένε όλοι κι εγώ δεν έχω προσέξει ποτέ,"ποτέ" ήθελα να γράψω και έγραφα τη λέξη "πάντα",το διόρθωσα εγκαίρως τελικά,γιατί "πάντα"; το μυαλό μου μου παίζει παιχνίδια κι εγώ δε θέλω να παίξω,θέλω να παω σε μια παραλία και να θαφτώ στην άμμο μέσα και να περιμένω τα κύμματα να με παρασύρουν και να με ξεσκεπάσουν.Τι ωραία και ποιητικά τα λέω όλα ενώ πίσω από τα μάτια μου έχω μια μαλακία να μου τρώει το κεφάλι. Δεν είμαι τόσο χάλια όσο σου παρουσιάζομαι,ίσως και να'μαι,πάντως εχω υπάρξει χειρότερα και δε με τρομάζω πια,με εχω κουράσει ομως και δεν ξέρω τι να μου πω και τι να σκεφτώ και δεν ξέρω καν αν θέλω τα κέφια μου τα μουδιασμένα,τα αμυντικά,πίσω.
Το σπίτι που δεν θα ξαναδώ, το θυμάμαι ακόμη όπως ήταν πριν χρόνια.Οχι όπως ήταν την τελευταία φορά που το είδα. Ούτε όπως ήταν τα τελευταία χρόνια. Αν τα χρόνια που έζησα σ'εκείνο το σπίτι είχαν αρχή-μέση-τέλος, τότε εγώ θυμάμαι τη μέση. Δεν το ήξερα τότε, αλλά υπήρχε βαθύτερος λόγος από την έλλειψη ρευστού για την έλλειψη επίπλων.Ο εξαναγκασμένος μινιμαλισμός του σπιτιού μου οφειλόταν κυρίως στην ανάγκη τη δική μου να ισορροπήσω το χάος μέσα μου το αόρατο με όσα έβλεπαν τα μάτια μου.Το σπίτι μου έπρεπε να είναι άδειο.Για να μπορέσει να χωρέσει εμένα.
Τώρα που το σκέφτομαι και η μοναχικότητά μου στους ίδιους λόγους οφειλόταν.Το μυαλό μου ήταν η καλύτερη παρέα.Κάθε μέρα του έκανα δώρο κι ενα βιβλίο.Του μαγείρευα με όλη μου την αγάπη.Του ζωγράφιζα και του χάριζα μουσική.Κι εκείνο μου έκανε το καλύτερο δώρο.Έκανε το χρόνο να μην υπάρχει. Μέσα στο σπίτι μου δεν υπήρχε χρόνος.Υπήρχα μόνο εγώ που κοιμόμουν και ξυπνούσα. Όταν κοιμόμουν,ονειρευόμουν την επόμενη μέρα. Κι όταν ξυπνούσα στην επόμενη μέρα,καθόμουν πάνω στην κόκκινη φλοκάτη στο πάτωμα κι έβαζα το μπωλ με τον καφέ πάνω στο τάβλι.Τάβλι δεν έπαιζα,για τραπέζι το χρησιμοποιούσα.Άνοιγα το ραδιόφωνο και είχα την μόνη παρέα που δε με έπνιγε.Στο κάτω-κάτω,αμα δεν άντεχα άλλο,έκλεινα το κουμπάκι κι είχα την ησυχία μου. Ησυχία.Ναι,χρόνος δεν υπήρχε,υπήρχε ησυχία. Κι όταν έβλεπα τη βροχή να πέφτει πάνω στις πράσινες τέντες της Κυψέλης ήσυχη ήταν.Ή ίσως να΄ναι τώρα ήσυχη η ανάμνησή της. Ενα περιστέρι αθόρυβα κουρνιάζει στο μπαλκονάκι μου.Απέναντι όλες οι τέντες και τα ρολά κατεβασμένα.Μόνο το ζευγάρι οι παππούδες απέναντι στον πρώτο, τα'χουν ανοιχτά όλα και στέκονται στο μπαλκόνι να χαρούν τη βροχή.Κι εγώ.Κάθε φορά που βρέχει έχουμε ραντεβού στα μπαλκόνια μας.Μυρίζει η βροχή και από κάπου κοντά έρχεται μυρωδιά από κρουασσάν και κουλουράκια.Σκαρφαλώνει την ανηφόρα κι ανεβαίνει δυο ορόφους πάνω για να φτάσει σε μένα.Ξαφνικά, το μόνο που έχει νόημα,αυτό που πρέπει να κάνω, είναι να αγοράσω κουλουράκια,να σταθώ δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να ευχηθώ για κεραυνούς.Και θα'μαι γεμάτη για χρόνια μετά.Μέχρι αυτήν ακριβώς τη στιγμή,τώρα, που η μυρωδιά απ'τα κουλουράκια εκείνα μου σπάει ακόμα τη μύτη κι εύχομαι μέσα μου να βρέξει.Που γράφω για τότε.Για εκείνη τη μέρα. Ποτέ δε χαιρετηθήκαμε με εκείνο το ζευγάρι.Μια φορά μόνο χαιρέτησα τον παππού κι η γριά τράβηξε γρήγορα την κουρτίνα τους.Ζηλιάρα.Φοβόταν μη ξελογιάσω τον άντρα της. Τις αλλαγές των εποχών τις καταλάβαινα από την παρουσία ή την απουσία του τραπεζιού με τις δυο καρέκλες στο γκρίζο μπαλκόνι τους.Χωρίς να το ξέρουν,άθελά τους είχαν γίνει κομμάτι της ζωής μου.Μου λείπουν...
Μου λείπει το σπίτι με τη φλοκάτη στο πάτωμα,με τον μικρό καναπέ και τα δυο τραπέζια(το κανονικό και το τάβλι) και τις ζωγραφιές μου στους τοίχους. Το σπίτι εδώ στη Θεσσαλονίκη είναι καλύτερο.Είναι πιο όμορφο.Είναι μεγαλύτερο κι έχει πολλά έπιπλα και δε ζω μόνη μου.Μα εγώ δεν έχω αδειάσει ακόμα.Και δεν έχω περιστέρια να μου χέζουν το μπαλκόνι.Κι όταν βρέχει,οι απέναντι κατεβάζουν τα ρολά. Ανακάλυψα όμως την κυρα-Νίτσα που είναι γλυκιά όσο τα σουσαμένια ψωμάκια της κι έχω μια αδέσποτη γάτα που βρίσκει το δρόμο της ως το μπαλκόνι μου και την ταίζω.Κι έχω αρχίσει να το λέω σπίτι μου. Μόνο που πρέπει να τηλεφωνήσω στη μαμά να μου στείλει τη φλοκάτη. Και μετά να βρέξει.