Αν μιλήσεις ξανά θα περπατήσεις αυτό το δρόμο μόνη
μόνη θα σ'αφήσεις θα σ΄αφήσουν θα αφεθείς κι η λέξη χάνει κάθε νόημα
αφήνω αφήνω αφήνο αφίνο μοιάζει με μάρκα απορρυπαντικού ή γάλακτος
γιατί οχι;
όλοι είναι παράξενοι
είσαι ηλίθια κουφή τυφλή αδιάφορη αλλά ο θόρυβος του μυαλού σου είναι εκεί,δε μιλάς γιατί δε θες ν'ακούσεις ούτε την ίδια τη φωνή σου τώρα,οχι, τίποτα,ας μην υπήρχαν ήχοι,στο κεφάλι σου οι φωνές εκρήγνυνται σαν φως από εκατομμύρια λάμπες που κάνουν τσαφ και καίγονται
κλείσε το φως
κλείσε τα μάτια
σκεπάσου
ξέχνα
θα κάνεις άλλες σκέψεις τώρα
πρέπει να βγω να περπατήσω πάνω σε σάπια κίτρινα φύλλα
να γλιστρήσω
να πέσω κάτω με τον κώλο και να τρομάξω τις γάτες από τους σκουπιδοτενεκέδες και να γελάω να βρέχει και να γελάω και να κρυώνω και μετά να γυρίσω σπίτι να κάνω ενα ζεστό μπάνιο και μετά μια μηλόπιτα με πολλή κανέλλα,θα μυρίζει φθινόπωρο το σπίτι και θα μαζέψω το μέσα μου και θα το βάλω σε σειρά κινηματογραφική
και μετά θα με πάρω αγκαλιά και θα μ'αγαπάω για πάντα
θα ακούσω το bad timing το little arithmetics και το ideal crash
μια μέρα θα μου χαρίσεις ένα αδέσποτο γατάκι που δε θα τρομάζει όταν φταρνίζομαι
θα κολλήσω τη μύτη μου στο τζάμι να θολώσει όπως έκανα όταν ήμουν μικρή
και θα γράψω το όνομά μου με αστεία παιδικά γράμματα που δε μ'έχουν εγκαταλείψει ακόμα
και οι φωνές θα ησυχάσουν
το φως θα είναι ζεστό και θα μαλακώσει το δέρμα μου
θα μαλακώσει το κεφάλι μου κι όταν ανοίξω ξανά τα μάτια θα έχω πετάξει μακριά απ'την τρύπα του μυαλού μου και θα περπατάω πάνω σε μια θάλασσα
θα φοράω ένα άσπρο φόρεμα και τα μαλλιά μου θα είναι φλόγες
θα είμαι το φως μου και θα έρθω να σε βρώ
θα ακούς τη μουσική που άκουγα
θα με σπάσεις και θα ανακαλύψεις κάθε εκατοστό μου
απόψε.Μαζί μου.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008
Τρίτη, Αυγούστου 26, 2008
Αγρίμι
Συμπεριφέρεσαι σαν κουτάβι.
Με γλυκά μεγάλα μάτια,παρακλητικά
σουφρώνεις λίγο τα χείλη κι έχεις ενα βλέμμα αξιαγάπητο
αξιολύπητο
το λουρί σου είναι μεγάλο, δε σε στενεύει και τόσο, καλά είσαι
κι αυτός σε ταίζει καλά, σου κάνει και χάδια
καλύτερα τώρα απ'ότι παλιά
τότε
πήγαινες όπου ήθελες
εσυ κι οι ψύλλοι σου
κι εκείνοι ακόμα ελεύθεροι ήταν
τώρα από καιρό πεθαμένοι
όπως κι εσύ
που ξέχασες τη φύση σου
εσύ που κοιμόσουν στην καυτή σαβάνα
που κάτω απ'το κορμί σου ένοιωθες το χώμα να πάλλεται
όπως στην πόλη
τα βιαστικά ταξί σου σήκωναν τα μαλλιά καθώς έτρεχες δίπλα τους
να πας στο πουθενά,στο τίποτα,
οι δρόμοι σου ανοίγονταν όλοι
μόνο να κερδίσουν είχαν από σένα
κι εσύ απ'αυτούς
εσυ που έσπαγες τα δόντια σου δαγκώνοντας ανθρώπους που σου δόθηκαν
εσυ που αναστάτωνες με τα ουρλιαχτά σου
εσυ που ορμούσες κι άρπαζες
εσυ που βογκούσες στον ουρανό,στη θάλασσα
εσυ που ήσουν τόσο όμορφη που κανείς δεν έβλεπε ότι μάτωνες
γλύφε τώρα τις πληγές σου
δεν είσαι αγρίμι πια
play dead.
Με γλυκά μεγάλα μάτια,παρακλητικά
σουφρώνεις λίγο τα χείλη κι έχεις ενα βλέμμα αξιαγάπητο
αξιολύπητο
το λουρί σου είναι μεγάλο, δε σε στενεύει και τόσο, καλά είσαι
κι αυτός σε ταίζει καλά, σου κάνει και χάδια
καλύτερα τώρα απ'ότι παλιά
τότε
πήγαινες όπου ήθελες
εσυ κι οι ψύλλοι σου
κι εκείνοι ακόμα ελεύθεροι ήταν
τώρα από καιρό πεθαμένοι
όπως κι εσύ
που ξέχασες τη φύση σου
εσύ που κοιμόσουν στην καυτή σαβάνα
που κάτω απ'το κορμί σου ένοιωθες το χώμα να πάλλεται
όπως στην πόλη
τα βιαστικά ταξί σου σήκωναν τα μαλλιά καθώς έτρεχες δίπλα τους
να πας στο πουθενά,στο τίποτα,
οι δρόμοι σου ανοίγονταν όλοι
μόνο να κερδίσουν είχαν από σένα
κι εσύ απ'αυτούς
εσυ που έσπαγες τα δόντια σου δαγκώνοντας ανθρώπους που σου δόθηκαν
εσυ που αναστάτωνες με τα ουρλιαχτά σου
εσυ που ορμούσες κι άρπαζες
εσυ που βογκούσες στον ουρανό,στη θάλασσα
εσυ που ήσουν τόσο όμορφη που κανείς δεν έβλεπε ότι μάτωνες
γλύφε τώρα τις πληγές σου
δεν είσαι αγρίμι πια
play dead.
Παρασκευή, Ιουλίου 11, 2008
Σκαλιά και παραμύθια
Είμαι άρρωστη ,αν είναι δυνατόν καλοκαιριάτικα, εδώ και δυο μέρες.
Βήχω,φτύνω,τρέχει η μύτη μου και όλα τα καλά και νοιώθω τόσο υπέροχα,όπως τον χειμώνα που μας πέρασε που ήμουν κάθε μέρα έτσι. Παίζει να'χω και πυρετό γιατί ζεσταίνομαι περισσότερο απ'όσο συνήθως και όλη την ώρα ζαλίζομαι απ'το μπούκωμα και επειδή βουλώνουν τα αυτιά μου απ'το πολύ το "φύσα φύσα" έχω χάσει την αίσθηση της ισορροπίας μου και περπατάω σαν γριά σε καράβι που κουνάει.
Όλη μέρα με φώναζε η γιαγιά από κάτω και έκανα πως δεν άκουγα γιατί νόμιζα ότι θα μου γκρινιάξει πάλι για τον θόρυβο και δεν άντεχα να την αντιμετωπίσω στην κατάστασή μου.
Εντάξει την καταλαβαίνω,νοιώθει μοναξιά και φοβάται μην πεθάνει και το χειρότερο είναι ότι είναι μόνη με τις σκέψεις της και οι σκέψεις της είναι: αχ τι καλά που περνούσαμε κείνα τα χρόνια,τι τραπέζια κάναμε,μαζευόταν όλη η γειτονιά,τώρα είναι πεθαμένοι όλοι,μόνο εγώ έμεινα...
Το χειμώνα κατέβαινα που και που και με κερνούσε ελληνικό καφέ σε φλυτζανάκι με πιατάκι και βουτήματα που είχαν μαλακώσει μέσα στο ντουλάπι της και μου έλεγε όλα αυτά και μια φορά έκλαψε κιόλας και ένοιωθα τόσο ηλίθια που δεν ήξερα τι να της πω ή τι να κάνω να νοιώσει λίγο καλύτερα.. καθόμουν μόνο και της έκανα παρέα.
Πριν λίγο με φώναξε ξανά και δεν άντεξα να προσποιούμαι ότι δεν την ακούω, άνοιξα την πόρτα,κατέβηκα μερικά σκαλιά και την είδα και είχε ενα παράπονο στα μάτια της...μου λέει σε πείραξε τότε(τον Ιανουάριο) που σου είπα για τον θόρυβο; (κάτι φίλοι από Γερμανία είχαν έρθει τότε και καθόμασταν πολύ στην κουζίνα γιατί η κοπέλα ήταν έγκυος και δε θέλαμε να καπνίζουμε μες τα μούτρα της και δυστυχώς για τη γιαγιά που κοιμάται στην κουζίνα της όσο κι αν προσπαθούσαμε να είμαστε ήσυχοι,πάλι ακουγόμασταν,χάλια μόνωση δεν το συζητώ) της λέω οχι βέβαια,τι να με πειράξει,μου λέει στεναχωριόμουν τόσο καιρό που δεν ήρθες να με δεις καθόλου και φοβόμουν ότι παρεξηγήθηκες και στεναχωριόμουν τόσο πολύ,δεν έχω κανέναν..
καλα τι με ήθελες εμένα,χώμα έγινα,δεν ήξερα τι να της πω πάλι,πώς να της εξηγήσω ότι τώρα τελευταία είμαι ακοινώνητη και ότι απ'το σπίτι βγαίνω μόνο όταν είναι απαραίτητο γιατί τέτοια φάση περνάω τώρα και δε γουστάρω πολλά πολλά ή πως να της εξηγήσω και να μη γελάσει μαζί μου εκείνη που είναι 82 χρονών ότι σε ενα μήνα κλείνω τα 25 και έχω σαλτάρει και ώρες ώρες νοιώθω γριά ή απλώς πολύ μεγάλη για να κάνω "κάποια" πράγματα; Θα μου πείς,τι δε μπορώ να κάνω; όλα τα μπορώ.* Αρκεί να το πάρω απόφαση και να σταματήσω να κλαίγομαι και να βουλιάζω στο μελόδραμα της ζωής μου.Να πιπιλάω τη μαύρη καραμέλα μου,όπως είπε κι ο Ελύτης.
Μια χαρά είναι η ζωή μου και θα'πρεπε να το υπενθυμίζω στον εαυτό μου συχνότερα.Τέλος πάντων, καθόμουν εκεί, τρια σκαλιά πιο πάνω από κει που στεκόταν εκείνη και την έβλεπα να δακρύζει και πάλι ένοιωθα σα μαλάκας και δε μπορούσα να πάω κοντά της μην την κολλήσω, έχει και προβλήματα υγείας,μη φορτωθεί κι άλλα..στεκόμουν εκεί και την κοίταζα στα μάτια και της έλεγα ελάτε κυρία Σοφία,μην τα σκέφτεστε αυτά, μην στεναχωριέστε..
Μπούρδες.Είναι σαν να σπάει κάποιος το πόδι του και να του λες εσύ "πονάς καλέ μου;"
--
Είναι δύσκολο να ανοιχτείς σε κάποιον.
Αλλά είναι μερικές φορές δυσκολότερο σ'αυτόν τον κάποιον που ανοίχτηκες να σ'ακούσει.Ή να σου απαντήσει.Ή απλώς να αποδεχτεί το ρόλο που του ανέθεσες εσύ-παρόλη τη δυσκολία σου.
Η αυτολύπηση στερεί χρόνια απ΄τη ζωή σου και ούτε που το καταλαβαίνεις.
Διάβαζα μια ιστορία από ενα βιβλίο του Jorge Bucay που μου πρότεινε ο drakator .
"Ιστορίες να σκεφτείς" το λένε.
Και η ιστορία αυτή είναι για εναν ερευνητή που πήγε μια μέρα στην πόλη του Καμίρ.
"Λίγο πριν μπει στην πόλη διέκρινε ενα λόφο πανέμορφο,στολισμένο με δέντρα και λουλούδια και πουλιά.
Και αποφάσισε να πάει να ξεκουραστεί για λίγο εκεί. Πέρασε την είσοδο και άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάμεσα στα δέντρα. Σε μια απ'τις πέτρες ανακάλυψε μια επιγραφή:
Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες,2 εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν μια απλή πέτρα λοιπόν αλλά μια ταφόπλακα και ότι όλες οι πέτρες εκείνες που έβλεπε ήταν κι εκείνες ταφόπλακες. Κι όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές.
Ο ερευνητής ένοιωσε αβάσταχτη θλίψη,έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Τότε πέρασε από εκεί ο φύλακας του νεκροταφείου,τον είδε και τον ρώτησε γιατί κλαίει.
Κι ο ερευνητής του είπε: τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ'αυτό το μέρος;
Ο ηλικιωμένος φύλακας του χαμογέλασε και του είπε να ηρεμήσει και του εξήγησε ότι εκεί είχαν ένα παλιό έθιμο.Το εξής: όταν ένας νέος συμπληρώσει τα 15 του χρόνια,οι γονείς του του χαρίζουν ενα τετράδιο για να το κρεμάει στο λαιμό.Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα,κάθε φορά που απολαμβάνει έντονα κάτι ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει: στα δεξιά αυτό που απόλαυσε
και στα αριστερά,πόσο χρόνο κράτησε αυτή η απόλαυση.
Έστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε.Πόσο κράτησε αυτό το μεγάλο πάθος; Μια βδομάδα; δυο;
και μετά,το πρώτο φιλί;
η εγκυμοσύνη; η γέννηση του πρώτου παιδιού;
Έτσι,όλοι εμείς,συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε...Κάθε λεπτό.
Όταν κάποιος πεθαίνει
έχουμε τη συνήθεια
να ανοίγουμε το τετράδιό του
και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης
για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του.
Γιατί αυτός είναι για εμάς
ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος
ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ. "
Δεν έχει σημασία ο χρόνος. Σημασία έχει τι κάνουμε με τον χρόνο μας. Κλισεδάρα αλλά whatever, ήθελα να το γράψω.
*Εκτός από το να βάλω το πόδι μου πάνω απ'το κεφάλι μου.
Βήχω,φτύνω,τρέχει η μύτη μου και όλα τα καλά και νοιώθω τόσο υπέροχα,όπως τον χειμώνα που μας πέρασε που ήμουν κάθε μέρα έτσι. Παίζει να'χω και πυρετό γιατί ζεσταίνομαι περισσότερο απ'όσο συνήθως και όλη την ώρα ζαλίζομαι απ'το μπούκωμα και επειδή βουλώνουν τα αυτιά μου απ'το πολύ το "φύσα φύσα" έχω χάσει την αίσθηση της ισορροπίας μου και περπατάω σαν γριά σε καράβι που κουνάει.
Όλη μέρα με φώναζε η γιαγιά από κάτω και έκανα πως δεν άκουγα γιατί νόμιζα ότι θα μου γκρινιάξει πάλι για τον θόρυβο και δεν άντεχα να την αντιμετωπίσω στην κατάστασή μου.
Εντάξει την καταλαβαίνω,νοιώθει μοναξιά και φοβάται μην πεθάνει και το χειρότερο είναι ότι είναι μόνη με τις σκέψεις της και οι σκέψεις της είναι: αχ τι καλά που περνούσαμε κείνα τα χρόνια,τι τραπέζια κάναμε,μαζευόταν όλη η γειτονιά,τώρα είναι πεθαμένοι όλοι,μόνο εγώ έμεινα...
Το χειμώνα κατέβαινα που και που και με κερνούσε ελληνικό καφέ σε φλυτζανάκι με πιατάκι και βουτήματα που είχαν μαλακώσει μέσα στο ντουλάπι της και μου έλεγε όλα αυτά και μια φορά έκλαψε κιόλας και ένοιωθα τόσο ηλίθια που δεν ήξερα τι να της πω ή τι να κάνω να νοιώσει λίγο καλύτερα.. καθόμουν μόνο και της έκανα παρέα.
Πριν λίγο με φώναξε ξανά και δεν άντεξα να προσποιούμαι ότι δεν την ακούω, άνοιξα την πόρτα,κατέβηκα μερικά σκαλιά και την είδα και είχε ενα παράπονο στα μάτια της...μου λέει σε πείραξε τότε(τον Ιανουάριο) που σου είπα για τον θόρυβο; (κάτι φίλοι από Γερμανία είχαν έρθει τότε και καθόμασταν πολύ στην κουζίνα γιατί η κοπέλα ήταν έγκυος και δε θέλαμε να καπνίζουμε μες τα μούτρα της και δυστυχώς για τη γιαγιά που κοιμάται στην κουζίνα της όσο κι αν προσπαθούσαμε να είμαστε ήσυχοι,πάλι ακουγόμασταν,χάλια μόνωση δεν το συζητώ) της λέω οχι βέβαια,τι να με πειράξει,μου λέει στεναχωριόμουν τόσο καιρό που δεν ήρθες να με δεις καθόλου και φοβόμουν ότι παρεξηγήθηκες και στεναχωριόμουν τόσο πολύ,δεν έχω κανέναν..
καλα τι με ήθελες εμένα,χώμα έγινα,δεν ήξερα τι να της πω πάλι,πώς να της εξηγήσω ότι τώρα τελευταία είμαι ακοινώνητη και ότι απ'το σπίτι βγαίνω μόνο όταν είναι απαραίτητο γιατί τέτοια φάση περνάω τώρα και δε γουστάρω πολλά πολλά ή πως να της εξηγήσω και να μη γελάσει μαζί μου εκείνη που είναι 82 χρονών ότι σε ενα μήνα κλείνω τα 25 και έχω σαλτάρει και ώρες ώρες νοιώθω γριά ή απλώς πολύ μεγάλη για να κάνω "κάποια" πράγματα; Θα μου πείς,τι δε μπορώ να κάνω; όλα τα μπορώ.* Αρκεί να το πάρω απόφαση και να σταματήσω να κλαίγομαι και να βουλιάζω στο μελόδραμα της ζωής μου.Να πιπιλάω τη μαύρη καραμέλα μου,όπως είπε κι ο Ελύτης.
Μια χαρά είναι η ζωή μου και θα'πρεπε να το υπενθυμίζω στον εαυτό μου συχνότερα.Τέλος πάντων, καθόμουν εκεί, τρια σκαλιά πιο πάνω από κει που στεκόταν εκείνη και την έβλεπα να δακρύζει και πάλι ένοιωθα σα μαλάκας και δε μπορούσα να πάω κοντά της μην την κολλήσω, έχει και προβλήματα υγείας,μη φορτωθεί κι άλλα..στεκόμουν εκεί και την κοίταζα στα μάτια και της έλεγα ελάτε κυρία Σοφία,μην τα σκέφτεστε αυτά, μην στεναχωριέστε..
Μπούρδες.Είναι σαν να σπάει κάποιος το πόδι του και να του λες εσύ "πονάς καλέ μου;"
--
Είναι δύσκολο να ανοιχτείς σε κάποιον.
Αλλά είναι μερικές φορές δυσκολότερο σ'αυτόν τον κάποιον που ανοίχτηκες να σ'ακούσει.Ή να σου απαντήσει.Ή απλώς να αποδεχτεί το ρόλο που του ανέθεσες εσύ-παρόλη τη δυσκολία σου.
Η αυτολύπηση στερεί χρόνια απ΄τη ζωή σου και ούτε που το καταλαβαίνεις.
Διάβαζα μια ιστορία από ενα βιβλίο του Jorge Bucay που μου πρότεινε ο drakator .
"Ιστορίες να σκεφτείς" το λένε.
Και η ιστορία αυτή είναι για εναν ερευνητή που πήγε μια μέρα στην πόλη του Καμίρ.
"Λίγο πριν μπει στην πόλη διέκρινε ενα λόφο πανέμορφο,στολισμένο με δέντρα και λουλούδια και πουλιά.
Και αποφάσισε να πάει να ξεκουραστεί για λίγο εκεί. Πέρασε την είσοδο και άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάμεσα στα δέντρα. Σε μια απ'τις πέτρες ανακάλυψε μια επιγραφή:
Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες,2 εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν μια απλή πέτρα λοιπόν αλλά μια ταφόπλακα και ότι όλες οι πέτρες εκείνες που έβλεπε ήταν κι εκείνες ταφόπλακες. Κι όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές.
Ο ερευνητής ένοιωσε αβάσταχτη θλίψη,έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Τότε πέρασε από εκεί ο φύλακας του νεκροταφείου,τον είδε και τον ρώτησε γιατί κλαίει.
Κι ο ερευνητής του είπε: τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ'αυτό το μέρος;
Ο ηλικιωμένος φύλακας του χαμογέλασε και του είπε να ηρεμήσει και του εξήγησε ότι εκεί είχαν ένα παλιό έθιμο.Το εξής: όταν ένας νέος συμπληρώσει τα 15 του χρόνια,οι γονείς του του χαρίζουν ενα τετράδιο για να το κρεμάει στο λαιμό.Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα,κάθε φορά που απολαμβάνει έντονα κάτι ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει: στα δεξιά αυτό που απόλαυσε
και στα αριστερά,πόσο χρόνο κράτησε αυτή η απόλαυση.
Έστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε.Πόσο κράτησε αυτό το μεγάλο πάθος; Μια βδομάδα; δυο;
και μετά,το πρώτο φιλί;
η εγκυμοσύνη; η γέννηση του πρώτου παιδιού;
Έτσι,όλοι εμείς,συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε...Κάθε λεπτό.
Όταν κάποιος πεθαίνει
έχουμε τη συνήθεια
να ανοίγουμε το τετράδιό του
και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης
για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του.
Γιατί αυτός είναι για εμάς
ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος
ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ. "
Δεν έχει σημασία ο χρόνος. Σημασία έχει τι κάνουμε με τον χρόνο μας. Κλισεδάρα αλλά whatever, ήθελα να το γράψω.
*Εκτός από το να βάλω το πόδι μου πάνω απ'το κεφάλι μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

